μπουγέλωμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπουγέλωμα μπουγελώματα
γενική μπουγελώματος μπουγελωμάτων
αιτιατική μπουγέλωμα μπουγελώματα
κλητική μπουγέλωμα μπουγελώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπουγέλωμα < μπουγελώνω < ιταλική bugliolo < bollire < λατινικά bullio < bulla < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *vhal-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπουγέλωμα ουδέτερο

  • το να ρίχνει κάποιος νερό σε άλλο άτομο με σκοπό να τον κάνει μούσκεμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]