ναυπηγοξυλουργός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ναυπηγοξυλουργός ναυπηγοξυλουργοί
γενική ναυπηγοξυλουργού ναυπηγοξυλουργών
αιτιατική ναυπηγοξυλουργό ναυπηγοξυλουργούς
κλητική ναυπηγοξυλουργέ ναυπηγοξυλουργοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ναυπηγοξυλουργός < ναυπηγείο + -ο- + ξυλουργός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ναυπηγοξυλουργός αρσενικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]