νεωτεριστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νεωτεριστής νεωτεριστές
γενική νεωτεριστή νεωτεριστών
αιτιατική νεωτεριστή νεωτεριστές
κλητική νεωτεριστή νεωτεριστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεωτεριστής < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νεωτεριστής αρσενικό

  • που εισάγει καινοτομίες σε έναν τομέα ή έχει την τάση να ακολουθεί ό,τι καινούριο εμφανίζεται

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]