ντροπαλότητα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ντροπαλότητα ντροπαλότητες
γενική ντροπαλότητας ντροπαλοτήτων
αιτιατική ντροπαλότητα ντροπαλότητες
κλητική ντροπαλότητα ντροπαλότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ντροπαλότητα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ντροπαλότητα θηλυκό

  1. Ο κοινωνικός δισταγμός κάποιου, που δεν είναι ιδιαίτερα κοινωνικός και ανοιχτός με τους υπόλοιπους γύρω του, ενώ όταν βρίσκεται ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους έχει την τάση να αισθάνεται άσχημα.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]