οζοντισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οζοντισμός οζοντισμοί
γενική οζοντισμού οζοντισμών
αιτιατική οζοντισμό οζοντισμούς
κλητική οζοντισμέ οζοντισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οζοντισμός < όζον (< λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Οzon < αρχαία ελληνική ὄζον, ουδέτερο του ὄζων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ὄζω) + -ισμός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική ozonization)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οζοντισμός αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]