οπλοβαστός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

οπλοβαστός < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οπλοβαστός αρσενικό

  1. αντικείμενο με υποδοχές για την τοποθέτηση όπλων

Μεταφράσεις[επεξεργασία]