ορεομετρία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ορεομετρία οι ορεομετρίες
      γενική της ορεομετρίας των ορεομετριών
    αιτιατική την ορεομετρία τις ορεομετρίες
     κλητική ορεομετρία ορεομετρίες
Συνήθως στον ενικό.
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ορεομετρία < ορεο- + -μετρία, λόγιο ενδογενές δάνειο: μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική orometry (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ορεομετρία θηλυκό

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]