παίκτρια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παίκτρια παίκτριες
γενική παίκτριας παικτριών
αιτιατική παίκτρια παίκτριες
κλητική παίκτρια παίκτριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παίκτρια < παίκτης + κατάληξη θηλυκού -τρια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παίκτρια θηλυκό

  1. θηλυκό του παίκτης

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν έχουν ξεχωριστή λέξη για το θηλυκό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε παίκτης