παγανίστρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παγανίστρια παγανίστριες
γενική παγανίστριας παγανιστριών
αιτιατική παγανίστρια παγανίστριες
κλητική παγανίστρια παγανίστριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παγανίστρια < παγανιστής + κατάληξη θηλυκού -τρια < λατινική paganus (άνθρωπος της υπαίθρου, αγρότης) < pagus (ύπαιθρος) < pango < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *peh₂g-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παγανίστρια θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]