παγοπωλείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το παγοπωλείο τα παγοπωλεία
      γενική του παγοπωλείου των παγοπωλείων
    αιτιατική το παγοπωλείο τα παγοπωλεία
     κλητική παγοπωλείο παγοπωλεία
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παγοπωλείο < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παγοπωλείο ουδέτερο

  1. κατάστημα στο οποίο πωλείται πάγος


Μεταφράσεις[επεξεργασία]