παραγνώρισις
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση) | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | παραγνώρισις | αἱ | παραγνωρίσεις | ||||
| γενική | τῆς | παραγνωρίσεως | τῶν | παραγνωρίσεων | ||||
| δοτική | τῇ | παραγνωρίσει | ταῖς | παραγνωρίσεσι(ν) | ||||
| αιτιατική | τὴν | παραγνώρισιν | τὰς | παραγνωρίσεις | ||||
| κλητική ὦ! | παραγνώρισι | παραγνωρίσεις | ||||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]παραγνώρισις θηλυκό (καθαρεύουσα)