παρεξηγώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παρεξηγώ < μεταγενέστερη ελληνική παρεξηγέομαι (παρερμηνεύω)

Open book 01.svg Ρήμα[]

παρεξηγώ, παθητικό: παρεξηγούμαι, παθητική μετοχή: παρεξηγημένος

  1. ερμηνεύω λανθασμένα
  2. αντιλαμβάνομαι με λανθασμένο τρόπο τα λόγια, τις προθέσεις, τη συμπεριφορά κλπ ενός ανθρώπου, συνήθως αποδίδοντάς του κάτι κακό


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]