πετροσέλινο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πετροσέλινο τα πετροσέλινα
      γενική του πετροσελίνου
& πετροσέλινου
των πετροσελίνων
& πετροσέλινων
    αιτιατική το πετροσέλινο τα πετροσέλινα
     κλητική πετροσέλινο πετροσέλινα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πετροσέλινο < πέτρα + -ο- + σέλινο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πετροσέλινο ουδέτερο

  1. μαϊντανός

Μεταφράσεις[επεξεργασία]