πολεμοφόδια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πολεμοφόδιο πολεμοφόδια
γενική πολεμοφοδίου
& πολεμοφόδιου
πολεμοφοδίων
& πολεμοφόδιων
αιτιατική πολεμοφόδιο πολεμοφόδια
κλητική πολεμοφόδιο πολεμοφόδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολεμοφόδια < πόλεμος + εφόδια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πολεμοφόδια ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  1. τα εφόδια, ο εξοπλισμός, κυρίως σε πυρομαχικά, που χρειάζονται για τον πόλεμο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]