πολυαρθρίτιδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πολυαρθρίτιδα πολυαρθρίτιδες
γενική πολυαρθρίτιδας πολυαρθρίτιδων
αιτιατική πολυαρθρίτιδα πολυαρθρίτιδες
κλητική πολυαρθρίτιδα πολυαρθρίτιδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολυαρθρίτιδα < πολυ- + αρθρίτιδα (ἄρθρον + -ίτις / -ίτιδα στη δημοτική)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πολυαρθρίτιδα θηλυκό


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]