πολυνευρίτιδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πολυνευρίτιδα πολυνευρίτιδες
γενική πολυνευρίτιδας πολυνευρίτιδων
αιτιατική πολυνευρίτιδα πολυνευρίτιδες
κλητική πολυνευρίτιδα πολυνευρίτιδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολυνευρίτιδα < πολυ- + νευρίτιδα ( νεύρο + -ίτιδα )

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πολυνευρίτιδα θηλυκό

  1. πάθηση του νευρικού συστήματος η οποία προσβάλλει πολλά νεύρα ταυτόχρονα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]