ραλίστας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ραλίστας < ράλι + -ίστας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ραλίστας αρσενικό

  1. οδηγός αυτοκινήτου που τρέχει σε αγώνες ταχύτητας (ράλι)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]