σάζι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σάζι τα σάζια
      γενική του σαζιού των σαζιών
    αιτιατική το σάζι τα σάζια
     κλητική σάζι σάζια
Παράρτημα
Σάζι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σάζι < τουρκική saz < περσική ساز (sâz)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σάζι ουδέτερο

  • (μουσικά όργανα) εφτάχορδο μουσικό όργανο διαφόρων χωρών της ανατολικής Μεσογείου, με αχλαδόσχημο ηχείο και λεπτό μακρύ χέρι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]