σαλιαρίστρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαλιαρίστρα < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαλιαρίστρα θηλυκό

  1. η σαλιάρα του μωρού


Μεταφράσεις[επεξεργασία]