σαμντάνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαμντάνι < οθωμανική τουρκική şamdan < περσική شمعدان (shamʻdān, "κηροπήγιο") < αραβική شمع (sham, "κηρός") + περσική دان (dān, "δοχείο")

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σαμντάνι ουδέτερο

  1. (παρωχημένο) κηροπήγιο