σηράγγωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σηράγγωση σηραγγώσεις
γενική σηράγγωσης
& σηραγγώσεως
σηραγγώσεων
αιτιατική σηράγγωση σηραγγώσεις
κλητική σηράγγωση σηραγγώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σηράγγωση < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σηράγγωση θηλυκό

  1. (τεχνικός όρος, και μεταφορικά) η δημιουργία σήραγγας ή η μεταφορά πληροφορίας (ενέργειας, κτλ) σαν να περνούσε από σήραγγα
  2. η διάνοιξη σήραγγας