σκουληκόψαρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκουληκόψαρο σκουληκόψαρα
γενική σκουληκόψαρου σκουληκόψαρων
αιτιατική σκουληκόψαρο σκουληκόψαρα
κλητική σκουληκόψαρο σκουληκόψαρα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

/?/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

σκουληκόψαρο < σκουλήκι + ψάρι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

το σκουληκόψαρο (el) ουδέτερο

  1. (γενική ορολογία) πρωτόγονο ψάρι χωρίς γνάθο και με νωτοχορδή (όχι σπονδυλική στήλη)
    αφορά υπαρκτά είδη πχ. τις λάμπραινες (lampreys) και εξαφανισμένα όπως την myllokunmingia
    το σκουληκόψαρο (el) δεν αποτελεί επιστημονική ορολογία
  2. (λαϊκότροπο), (ταξινομία) microdesmus dorsipunctatus (Dawson, 1968), spotback wormfish


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]