σμηνοσεισμοί
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | οι | σμηνοσεισμοί | ||
| γενική | των | σμηνοσεισμών | ||
| αιτιατική | τους | σμηνοσεισμούς | ||
| κλητική | σμηνοσεισμοί | |||
| Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σμηνοσεισμοί < σμήν(ος) + -ο- + (σεισμός) σεισμοί, (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική earthquake swarm)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σμηνοσεισμοί αρσενικό, μόνο στον πληθυντικό
- πολλοί μικροί σεισμοί οι οποίοι γίνονται σε ένα μικρό χρονικό διάστημα
- ※ Ο Ευθ. Λέκκας μιλώντας με τους κατοίκους της περιοχής τόνισε πως από την πλευρά της Πολιτείας γίνονται οι απαραίτητες ενέργειες. Είναι ένα φαινόμενο όχι πρωτόγνωρο, είπε, το οποίο ονομάζεται "σμηνοσεισμοί" και μπορεί να διαρκέσει 3, 4, 5 ή 6 μήνες.
- "Καθησυχαστικοί οι σεισμολόγοι για τις δονήσεις στην Οιχαλία: "Το ρήγμα δεν μπορεί να δώσει μεγάλο σεισμό"" Elefteria Online Πρόσβαση: 12-10-2011
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σμηνοσεισμοί
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- σμηνοσεισμοί - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)