σμήνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σμήνος τα σμήνη
      γενική του σμήνους των σμηνών
    αιτιατική το σμήνος τα σμήνη
     κλητική σμήνος σμήνη
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σμήνος < αρχαία ελληνική σμῆνος < ἑσμός < ἕζομαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈzmi.nɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σμήνος ουδέτερο

  1. πλήθος εντόμων ή πραγμάτων
     συνώνυμα: πλήθος, σμάρι
    ένα σμήνος από ελικόπτερα
  2. (ειδικότερα) ομάδα αεροπλάνων που πετούν σε σχηματισμό
  3. (ειδικότερα) πλήθος μελισσών
  4. (συνεκδοχικά) η κυψέλη
     συνώνυμα: μελίσσι
  5. (αστρονομία) πυκνή συγκέντρωση αστέρων ή γαλαξιών

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]