επισμηναγός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επισμηναγός επισμηναγοί
γενική επισμηναγού επισμηναγών
αιτιατική επισμηναγό επισμηναγούς
κλητική επισμηναγέ επισμηναγοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επισμηναγός < επι- + σμηναγός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επισμηναγός αρσενικό

  1. βαθμός αξιωματικού της Πολεμικής Αεροπορίας, αμέσως ανώτερος από αυτόν του σμηναγού. Είναι ο τέταρτος βαθμός των αξιωματικών και ο πρώτος από τους ανώτερους αξιωματικούς.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]