σομπρέρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

άντρας με σομπρέρο
     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σομπρέρο τα σομπρέρα
      γενική του σομπρέρου των σομπρέρων
    αιτιατική το σομπρέρο τα σομπρέρα
     κλητική σομπρέρο σομπρέρα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σομπρέρο < ισπανική sombrero < sombra (σκιά)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σομπρέρο ουδέτερο

  1. πλατύγυρο καπέλο που φοριέται κυρίως στην Κεντρική και Νότια Αμερική

Μεταφράσεις[επεξεργασία]