Μετάβαση στο περιεχόμενο

σπαλαθιά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σπαλαθιά οι σπαλαθιές
      γενική της σπαλαθιάς των σπαλαθιών
    αιτιατική τη σπαλαθιά τις σπαλαθιές
     κλητική σπαλαθιά σπαλαθιές
Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σπαλαθιά < ασπαλαθιά < ασπάλαθος < ελληνιστική κοινή ἀσπάλαθος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σπαλαθιά θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]