στρωμνή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στρωμνή στρωμνές
γενική στρωμνής στρωμνών
αιτιατική στρωμνή στρωμνές
κλητική στρωμνή στρωμνές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρωμνή < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στρωμνή θηλυκό

  1. μεγάλος επίπεδος υφασμάτινος σάκος γεμισμένος με βαμβάκι ή άλλο υλικό πάνω στον οποίο μπορεί κανείς να ξαπλώσει

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]