κλινοστρωμνή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλινοστρωμνή < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κλινοστρωμνή θηλυκό

  • οτιδήποτε στρώνουμε πάνω στο κρεβάτι για ύπνο από κάλυμμα μέχρι σεντόνι, κουβέρτες και μαξιλάρια.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]