συν γυναιξί και τέκνοις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συν γυναιξί και τέκνοις < ((κληρονομημένο) καθαρεύουσα) σύν, γυναιξί καὶ τέκνοις (δοτική πληθυντικού του γυνή και του τέκνον) → δείτε τις λέξεις συν, γυναίκα και τέκνο • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Έκφραση[επεξεργασία]

συν γυναιξί και τέκνοις