τέθωρας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τέθωρας τέθωρες
γενική τέθωρα τέθωρων
αιτιατική τέθωρα τέθωρες
κλητική τέθωρα τέθωρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

σύντμηση της λέξης: τεθωρακισμένο + -ας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ο τέθωρας (el) αρσενικό

βλ. τάνκερ