Μετάβαση στο περιεχόμενο

τακτισμός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τακτισμός οι τακτισμοί
      γενική του τακτισμού των τακτισμών
    αιτιατική τον τακτισμό τους τακτισμούς
     κλητική τακτισμέ τακτισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τακτισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική tactisme < αρχαία ελληνική τάσσω + -ισμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τακτισμός αρσενικό

  • τακτισμός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)