ταπητουργία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ταπητουργία ταπητουργίες
γενική ταπητουργίας ταπητουργιών
αιτιατική ταπητουργία ταπητουργίες
κλητική ταπητουργία ταπητουργίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταπητουργία < τάπης (γεν.: τάπητος) + -ουργία (< -ουργός < έργο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταπητουργία θηλυκό

  • ο παραγωγικός κλάδος που ασχολείται με την ύφανση χαλιών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]