ταρταρινισμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ταρταρινισμός < ταρταρίν(ος) + -ισμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ταρταρινισμός αρσενικό
- η ιδιοσυγκρασία του ταρταρίνου
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ταρταρινισμός
|
|