Μετάβαση στο περιεχόμενο

τρικυμιά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τρικυμιά οι τρικυμιές
      γενική της τρικυμιάς των τρικυμιών
    αιτιατική την τρικυμιά τις τρικυμιές
     κλητική τρικυμιά τρικυμιές
Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τρικυμιά θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]