τσαρσί

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσαρσί τσαρσιά
γενική τσαρσιού τσαρσιών
αιτιατική τσαρσί τσαρσιά
κλητική τσαρσί τσαρσιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσαρσί < τουρκική çarşı < περσική چار سو (chār sū)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσαρσί ουδέτερο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]