τσιμπιέμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσιμπιέμαι: παθητική φωνή του ρήματος τσιμπώ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

τσιμπιέμαι

  1. (οικείο) ερωτεύομαι
  2. (αργκό) παίρνω ναρκωτικά με ένεση

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

τσιμπιέμαι