υπομηχανικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπομηχανικός < υπομηχανικός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υπομηχανικός αρσενικό
- πτυχιούχος ανώτερης σχολής
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπομηχανικός
|
|