φαναράς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φαναράς < φανάρι


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φαναράς φαναράδες
γενική φαναρά φαναράδων
αιτιατική φαναρά φαναράδες
κλητική φαναρά φαναράδες

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φαναράς αρσενικό

  1. ο κατασκευαστής φαναριών
  2. ο επισκευαστής φαναριών αυτοκινήτου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]