φιλαράκος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιλαράκος < φίλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φιλαράκος αρσενικό

  1. ο φίλος, συχνά όμως με έννοια κρυφής αποδοκιμασίας
    την ελπίδα με το φιλαράκο της (τον εραστή)
  2. (θωπευτικό) όταν μιλάμε με μικρά παιδιά
    πήγαινε να κάνεις κούνια με το φιλαράκο σου


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]