αποδοκιμασία

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Ελληνικά (el) [edit]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αποδοκιμασία αποδοκιμασίες
γενική αποδοκιμασίας αποδοκιμασιών
αιτιατική αποδοκιμασία αποδοκιμασίες
κλητική αποδοκιμασία αποδοκιμασίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

αποδοκιμασία < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

αποδοκιμασία θηλυκό

  1. το να αποδοκιμάζω κάποιον ή το αποτέλεσμα του να αποδοκιμάζω κάποιον
    η αποδοκιμασία των οπαδών κατά του διαιτητή ήταν έντονη μετά το τελευταίο σφύριγμα του αγώνα

Αντώνυμα[edit]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[edit]