φοινικίδα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φοινικίδα < φοινικίς < Φοίνικες • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φοινικίδα θηλυκό
- πορφυρό ύφασμα
- μικρή πινακίδα κόκκινου χρώματος κάτω από εικόνες εκκλησιών που είχαν την περιγραφή του αγίου ή της παράστασης
- (ναυτικός όρος) σημαία κόκκινου χρώματος του διεθνούς κώδικα σημάτων, για το γράμμα Β, με σημασία «Παραλαμβάνω ή εκφορτώνω ή μεταφέρω επικίνδυνα φορτία»
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φοινικίδα
|
|