Μετάβαση στο περιεχόμενο

φοινικίδα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: φοινικίς

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φοινικίδα οι φοινικίδες
      γενική της φοινικίδας των φοινικίδων
    αιτιατική τη φοινικίδα τις φοινικίδες
     κλητική φοινικίδα φοινικίδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φοινικίδα < φοινικίς < Φοίνικες  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φοινικίδα θηλυκό

  1. πορφυρό ύφασμα
  2. μικρή πινακίδα κόκκινου χρώματος κάτω από εικόνες εκκλησιών που είχαν την περιγραφή του αγίου ή της παράστασης
  3. (ναυτικός όρος) σημαία κόκκινου χρώματος του διεθνούς κώδικα σημάτων, για το γράμμα Β, με σημασία «Παραλαμβάνω ή εκφορτώνω ή μεταφέρω επικίνδυνα φορτία»

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]