φορτηγίδα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φορτηγίδα φορτηγίδες
γενική φορτηγίδας φορτηγίδων
αιτιατική φορτηγίδα φορτηγίδες
κλητική φορτηγίδα φορτηγίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φορτηγίδα < φορτηγίς-ίδος < φορτηγός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φορτηγίδα θηλυκό

  1. (ναυτικός όρος) (λόγιο): η μαούνα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]