φουσάτο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φουσάτο φουσάτα
γενική φουσάτου φουσάτων
αιτιατική φουσάτο φουσάτα
κλητική φουσάτο φουσάτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φουσάτο < μεσαιωνική λέξη φουσᾶτον και φοσσᾶτον < από την υστερολατινική λέξη fossatum «στρατόπεδο, τάφρος»

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φουσάτο ουδέτερο

  1. ασκέρι, μονάδα στρατού
    Nα βρει ένα, τον καλύτερον απ' όλο το φουσάτο,ν' αρματωθεί, να ορδινιαστεί, να'ρθει στον κάμπον κάτω,να πολεμήσει με σπαθί, να τρέξει με κοντάρι (από τον Ερωτόκριτο)
  2. στρατόπεδο
  3. πλήθος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]