φραγκοραφτάδικο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φραγκοραφτάδικο φραγκοραφτάδικα
γενική φραγκοραφτάδικου φραγκοραφτάδικων
αιτιατική φραγκοραφτάδικο φραγκοραφτάδικα
κλητική φραγκοραφτάδικο φραγκοραφτάδικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φραγκοραφτάδικο < Φράγκος και ραφτάδικο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φραγκοραφτάδικο ουδέτερο

  1. παλιότερα, μέχρι τις αρχές του περασμένου αιώνα, το ραφείο όπου ο ράφτης γνώριζε καλά να ράβει κυρίως φραγκικα ρούχα, όπως έλεγαν τότε τα δυτικά κοστούμια σε αντιδιαστολή προς τη φουστανέλα ή άλλες ενδυμασίες που θεωρούνταν καθαρά ελληνικές και όχι ξενόφερτες


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]