φτωχομάγαζο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φτωχομάγαζο φτωχομάγαζα
γενική φτωχομάγαζου φτωχομάγαζων
αιτιατική φτωχομάγαζο φτωχομάγαζα
κλητική φτωχομάγαζο φτωχομάγαζα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φτωχομάγαζο < φτωχός και μαγαζί

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φτωχομάγαζο ουδέτερο

  1. το κατάστημα που έχει φτηνά πράγματα για να μπορούν να ψωνίσουν και οι φτωχοί
  2. το κατάστημα που έχει πολύ λίγα είδη, που είναι φτωχό σε ποικλία, που είναι ταπεινό σε εγκαταστάσεις και σε είδη


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]