Μετάβαση στο περιεχόμενο

φωτοηλεκτρισμός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο φωτοηλεκτρισμός οι φωτοηλεκτρισμοί
      γενική του φωτοηλεκτρισμού των φωτοηλεκτρισμών
    αιτιατική τον φωτοηλεκτρισμό τους φωτοηλεκτρισμούς
     κλητική φωτοηλεκτρισμέ φωτοηλεκτρισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φωτοηλεκτρισμός < φωτο- + ηλεκτρισμός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική photoelectricity[1] [2] ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική photoélectricité[2])

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φωτοηλεκτρισμός αρσενικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. φωτοηλεκτρισμός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. 1 2 φωτοηλεκτρισμός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)