Μετάβαση στο περιεχόμενο

χιμαιροκυνηγός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο χιμαιροκυνηγός οι χιμαιροκυνηγοί
      γενική του χιμαιροκυνηγού των χιμαιροκυνηγών
    αιτιατική τον χιμαιροκυνηγό τους χιμαιροκυνηγούς
     κλητική χιμαιροκυνηγέ χιμαιροκυνηγοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χιμαιροκυνηγός < χίμαιρα + -ο- + κυνηγός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χιμαιροκυνηγός αρσενικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • χιμαιροκυνηγός - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη.  (συντομογραφίες)