χοιρομέρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χοιρομέρι χοιρομέρια
γενική χοιρομεριού χοιρομεριών
αιτιατική χοιρομέρι χοιρομέρια
κλητική χοιρομέρι χοιρομέρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χοιρομέρι μεσαιωνική ελληνική <χοιρο-μέριν < χοίρος + μερίν <μηρίον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χοιρομέρι ουδέτερο, το μέρος του πίσω ποδιού του χοίρου που πασπαλίζεται με χοντρό αλάτι και ρουλάρεται ψηλά με μηχανισμό καρουλιού για να ωριμάσει.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]