Μετάβαση στο περιεχόμενο

χοχλιός

Από Βικιλεξικό

Κρητικά (el-crt)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο χοχλιός οι χοχλιοί
      γενική του χοχλιού των χοχλιών
    αιτιατική τον χοχλιό τους χοχλιούς
     κλητική χοχλιέ χοχλιοί
Ονομαστική πληθυντικού και χοχλοί.
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χοχλιός < κοχλίας

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χοχλιός αρσενικό

  • (ιδιωματικό) σαλιγκάρι
    ※  20ός/21ος αιώνας ⌘ Ιωάννα Καρυστιάνη, 1952‑ Κουστούμι στο χώμα, εκδόσεις: Καστανιώτη, Αθήνα 2000, ISBN 978-960-03-2879-0, σελ. 214 @google.gr/books
    […] λες και ποτέ πριν δεν είχε μαγιροτσικαλίσει μπακαλιάρο πλακί ή χοχλιούς με κολοκυθάκια, τα αγαπημένα πιάτα του πατέρα του.
    ※  Τη δημιουργικότητά του άρχισε να την απελευθερώνει σιγά σιγά. Ένα βήμα τη φορά. Εγκαίνια έκανε στον οικείο χώρο της κουζίνας, τον οποίο αποφάσισε να αναβαθμίσει. Τα παστίτσια και τους χοχλιούς του πατέρα του αρνήθηκε να τα μάθει και καλά έκανε. […] Ήταν απερίγραπτο δίδυμο πάντως. Δεν είχανε μόνο μάτια αχόρταγα, ίδιο ήταν και το στόμα. Τρώγανε ασταμάτητα επί δύο ώρες και. Χοχλιούς, μπριζόλες, μυ-ζηθροπιτάκια, χορτόπιτα, αστακούς, παγωτό, καρπούζι και κάνα μισόκιλο γραβιέρα από αυτήν που κάνει εξαγωγή η θεία του Χάρη, η Βαγγελία, στη Γερμανία.
    ⌘ Λένα Διβάνη, Εργαζόμενο αγόρι, εκδόσεις: Καστανιώτη, Αθήνα 2000, ISBN 978-960-03-5052-4, @google.gr/books

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • χοχλιός - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  • Μιχάλης Κασσωτάκης, Το γλωσσικό ιδίωμα των κατοίκων του οροπεδίου Λασιθίου, Αθήνα, Έκδοση του Συνδέσμου Λασιθιωτών Ηρακλείου «ΤΟ ΟΡΟΠΕΔΙΟ», (αρχική έκδοση 2018), 2021 pdf σελ.815